START TYPING AND PRESS ENTER TO SEARCH

Ως άνοια θεωρητικά ορίζεται η έκπτωση των γνωσιακών λειτουργιών, σε βαθμό μεγαλύτερο από τον αναμενόμενο για την ηλικία, ώστε να προκαλεί μείωση στην καθημερινή λειτουργικότητα. Λόγω της σημαντικής παράτασης του προσδόκιμου επιβίωσης τη συναντάμε ολοένα και περισσότερο στον κοινωνικό μας περίγυρο. Πρόκειται για μια χρόνια και εξελισσόμενη νόσο, που με τα φάρμακα πρακτικά προσπαθούμε να μειώσουμε το ρυθμό έκπτωσης των γνωσιακών λειτουργιών.

image-banner1

naoumis-left-bg

naoumis-left-bg

Στα κύρια αίτιά της βρίσκονται τα χρόνια νευροεκφυλιστικά νοσήματα του εγκεφάλου, όπου η άνοια είτε προεξάρχει, είτε αποτελεί σύμπτωμά τους σε κάποιο στάδιο της νόσου. Τέτοια είναι η Νόσος Alzheimer, η Μετωποκροταφική άνοια, η Άνοια με σωμάτια Lewy, η Νόσος Huntington, κλπ. Επίσης, μπορεί να προκληθεί και δευτεροπαθώς, ως αποτέλεσμα αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, όγκων εγκεφάλου, λοιμώξεων του εγκεφάλου (μηνιγγίτιδα, εγκεφαλίτιδα, Creutzfeldt-Jacobs), εγκεφαλοπάθειας (αλκοολοκής, ηπατικής), μεταβολικών νοσημάτων, έλλειψης βιταμινών, κλπ. Δεν πρέπει να παραβλέπεται και η περίπτωση ψευδο-ανοϊκών καταστάσεων, όπως σε κατάθλιψη ή γενικευμένες αγχώδεις διαταραχές, όπου πρακτικά μιλάμε για μειωμένη ή διασπασμένη προσοχή, παρά για διαταραχή μνήμης ή άλλων γνωσιακών λειτουργιών.

Τα συμπτώματα που εγείρουν την υποψία κάποιας ανοϊκής συνδρομής είναι καταρχήν η διαταραχή της πρόσφατης μνήμης, όπου ο ασθενής θυμάται μεν όλα τα παλιά, αλλά δεν μπορεί να συγκρατήσει νέες πληροφορίες. Επίσης, ακόμα και από τα αρχικά στάδια μπορεί να παρατηρηθεί αλλαγή στην προσωπικότητα, είτε με τη μορφή της απάθεια και της απόσυρσης, είτε ως ευερεθιστότητα. Επιπλέον, διαταραχές στο λόγο, την κριτική ικανότητα, τον προσανατολισμό χωρικό ή/και χρονικό, τις οπτικοχωρικές ικανότητες, κλπ, μπορούν επίσης να εντοπιστούν. Για να μιλήσει, όμως, κάποιος για άνοια, θα πρέπει τα παραπάνω να επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα του ασθενούς, να παρουσιάζουν μια προοδευτική εξέλιξη και να μην μπορούν να αποδοθούν σε ψυχιατρικές νόσους.

Η διάγνωση τίθεται κατ’ αρχήν κλινικά, μετά από την εξέταση του ασθενούς και ενίοτε με τη διενέργεια τεστ μνήμης. Τα τεστ μνήμης μπορεί να είναι είτε αδρά, εάν η διάγνωση προκύπτει εύκολα από το ιστορικό και την εξέταση, είτε εκτεταμένα και λεπτομερή σε αμφίβολες ή οριακές περιπτώσεις. Επικουρικά στη διάγνωση συμβάλλει η αξονική ή μαγνητική εγκεφάλου, και ο αιματολογικός έλεγχος (Β12, έλεγχος θυρεοειδούς, κλπ). Μεγάλη προσοχή πρέπει να δίδεται σε συναισθηματικές και αγχώδεις διαταραχές, όπου μπορούν να παρουσιαστεί ψευδοανοϊκή εικόνα.

Η θεραπεία της άνοιας συνίσταται πρακτικά σε χορήγηση φαρμάκων (γαλανταμίνη, δονεπεζίλη, ριβαστιγμίνη, μεμαντίνη), όπου γενικά προτιμάται μια κλιμάκωση στη χορήγησή τους. Τα φάρμακα αυτά δεν είναι αιτιολογικές θεραπείες, δηλαδή δεν αντιμετωπίζουν την ίδια τη νόσο, αλλά προσπαθούν να ελέγξουν τα συμπτώματα. Πρακτικά, λοιπόν, ούτε προλαμβάνεται, ούτε σταματάει η άνοια, παρά μόνο επιβραδύνεται η εξέλιξή της, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, σε κάθε ασθενή εξατομικευμένα.